Τα ευρήματα της ετήσιας έρευνας της Amway για την επιχειρηματικότητα παρουσίασε σε ειδική συνέντευξη Τύπου ο καθηγητής ΕΜΠ, Γιάννης Καλογήρου, ακαδημαϊκός σύμβουλος για την έρευνα στην Ελλάδα.
Η έρευνα παρουσιάζει και τον «δείκτη του επιχειρηματικού πνεύματος» που ενσωματώνει τρεις διαστάσεις της επιχειρηματικότητας: την επιθυμία, τη σκοπιμότητα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κοινωνική πίεση από το να τους αποτρέψει. Ο δείκτης για την Ελλάδα υποδεικνύει ότι οι Έλληνες είναι «ανθεκτικοί» απέναντι στην κοινωνική πίεση, επιθυμούν περισσότερο από ότι ο μέσος όρος των άλλων Ευρωπαίων να ξεκινήσουν μία επιχείρηση, ενώ είναι σίγουροι πως κατέχουν τις απαραίτητες ικανότητες για να ξεκινήσουν και δεν θα παρατούσαν εύκολα το όνειρό τους.
Της Δήμητρας Μανιφάβα

Λιγότεροι σε σχέση με το παρελθόν είναι οι Έλληνες που φαντάζονται ότι μπορούν να ξεκινήσουν μια δική τους επιχείρηση, απογοητευμένοι πιθανότατα από το δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον και το ακόμη δυσμενέστερο οικονομικό πλαίσιο. Αρκετοί είναι αυτοί που δεν βλέπουν μια πραγματική ευκαιρία στην επιχειρηματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουν ως μια πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος. Τα παραπάνω στοιχεία, ευρήματα της ετήσιας έρευνας της Amway για την επιχειρηματικότητα, ουσιαστικά δείχνουν ότι σε μεγάλο βαθμό η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα είναι σε αρκετές περιπτώσεις καταδικασμένη σε αποτυχία ή τουλάχιστον στο να μην έχει μακρύ και ευτυχισμένο βίο πριν ακόμη ξεκινήσει. Τα στοιχεία της έρευνας που αφορούν στην Ελλάδα παρουσίασε χθες σε ειδική συνέντευξη Τύπου ο κ. Γιάννης Καλογήρου, καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας, επιστημονικός υπεύθυνος της Μονάδας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας του ΕΜΠ και ακαδημαϊκός σύμβουλος για την έρευνα AGER (η ετήσια έρευνα επιχειρηματικότητας της Amway) στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα, το 46% των Ελλήνων έναντι 60% στην έρευνα του 2015 δηλώνει ότι φαντάζεται ότι ξεκινά τη δική του επιχείρηση. Παρατηρείται μια σημαντική πτώση μέσα σε ένα χρόνο, αλλά πάντως το ποσοστό στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (39%).

Χαμηλότερο σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα είναι και το ποσοστό εκείνων που έχουν θετική στάση ως προς την επιχειρηματικότητα, 64% σε σχέση με το 69% στην έρευνα του 2015. Το αντίστοιχο ποσοστό παγκοσμίως είναι 77% και στην Ευρώπη 74%.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν απαραιτήτως μια εχθρική στάση προς την επιχειρηματικότητα, στάση που υπήρχε στην Ελλάδα προ κρίσης, όπου η επιχειρηματικότητα σχεδόν είχε ενοχοποιηθεί για πολλά αρνητικά φαινόμενα. Η μείωση των θετικών απαντήσεων και στα δύο παραπάνω ερωτήματα σχετίζεται κυρίως με το εχθρικό περιβάλλον που έχει να αντιμετωπίσει ένας εν δυνάμει επιχειρηματίας λόγω της γραφειοκρατίας, της υπερφορολόγησης και της αδυναμίας πρόσβασης σε τραπεζικά κεφάλαια.

Από την έρευνα επίσης διαπιστώνεται για μια ακόμη φορά ο αρκετά ρηχός χαρακτήρας της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, καθώς αυξήθηκε σε 24% το 2015 σε 33% το 2016 το ποσοστό εκείνων που έχουν ως κίνητρο για την έναρξη επιχείρησης την προοπτική δεύτερου εισοδήματος. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο ερώτημα πως θα αισθάνονταν οι ερωτώμενοι αν αναγκάζονταν να αναζητήσουν και να αποκτήσουν πελάτες ως αυτοαπασχολούμενοι, οι μισοί (48%) απάντησαν ότι θα αισθάνονταν άνετα να το πράξουν και οι άλλοι μισοί (49%) άβολα. Αξίζει να σημειωθεί ότι λιγότεροι Έλληνες είναι διαθέσιμοι στο να αναζητήσουν και να αποκτήσουν πελατολόγιο, απ’ ότι ο μέσος όρος των ερωτηθέντων παγκοσμίως (56%).

Σχολιάζοντας τα παραπάνω ευρήματα ο κ. Καλογήρου επεσήμανε:

«Το σημαντικότερο εύρημα της φετινής έρευνας AGER είναι η αξιοσημείωτη πτώση στο ενδεχόμενο της ανάληψης επιχειρηματικής δραστηριότητας, που μετριέται με το ποσοστό του πληθυσμού που μπορεί να φανταστεί ότι θα ξεκινήσει μία επιχείρηση. Αν και το ποσοστό είναι υψηλότερο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, αυτό το αποτέλεσμα καταδεικνύει μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το επιχειρηματικό περιβάλλον έχει γίνει πιο δύσκολο και παρόλο που τα επίπεδα τα ανεργίας παραμένουν άνω του 23%, υπάρχουν λιγότεροι άνθρωποι που βλέπουν τον εαυτό τους με τη δική τους επιχείρηση. Επιπλέον, υπάρχει μια αύξηση στην επιθυμία να γίνει κανείς επιχειρηματίας για ένα δεύτερο εισόδημα. Αυτό είναι μια ένδειξη ότι η επιχειρηματικότητα προς το παρόν θεωρείται, από ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, σαν μια συμπληρωματική δραστηριότητα και όχι ως η βασική απασχόληση».

Γενικότερα, σε ό,τι αφορά τα κίνητρα για την έναρξη της επιχείρησης από την έρευνα προέκυψαν τα εξής: βασικότερο κίνητρο (απάντησε σχετικά το 42%) αποτελεί η ανεξαρτησία από τον εργοδότη, το να αισθάνεσαι δηλαδή αφεντικό του εαυτού σου. Το αντίστοιχο ποσοστό παγκοσμίως είναι 50% και στην Ευρώπη 49%. Δεύτερο σε σημασία κίνητρο (38%) είναι η αυτοεκπλήρωση, η δυνατότητα πραγματοποίησης κάποιου των δικών του ιδεών έναντι 47% παγκοσμίως και 44% στην Ευρώπη. Άλλα κίνητρα είναι η πιθανή επιστροφή στην εργασία ως εναλλακτική της ανεργίας (34% στην Ελλάδα, 25% παγκοσμίως 23% στην Ευρώπη), η καλύτερη προοπτική για δεύτερο εισόδημα (33% στην Ελλάδα, 37% παγκοσμίως και 32% στην Ευρώπη), η καλύτερη εξισορρόπηση μεταξύ της οικογένειας, του ελεύθερου χρόνου και της σταδιοδρομίας (23% στην Ελλάδα, 33% παγκοσμίως και 25% στην Ευρώπη). Το κίνητρο για επιστροφή στην αγορά εργασίας είναι πιο έντονο και συχνό στις ομάδες ηλικίας άνω των 50 ετών.

Η έρευνα επίσης, παρουσιάζει τον δείκτη του επιχειρηματικού πνεύματος της Amway [Amway Entrepreneurial Spirit Index (AESI)]. Ο δείκτης AESI, πρωτοπαρουσιάστηκε το 2015 και ενσωματώνει τρεις διαστάσεις της επιχειρηματικότητας, οι οποίες επηρεάζουν την πρόθεση του ατόμου να ξεκινήσει μια επιχείρηση: την επιθυμία, τη σκοπιμότητα (ετοιμότητα) και την ανθεκτικότητα (σταθερότητα) απέναντι στην κοινωνική πίεση να τους αποτρέψει. Ο δείκτης προκύπτει από το μέσο όρο των απαντήσεων για τις τρεις διαστάσεις, οι οποίες σταθμίζονται με την ίδια βαρύτητα. Η βαθμολόγηση του AESI (στην κλίμακα 0 έως 100) για την Ελλάδα είναι 51, στο ίδιο επίπεδο με πέρυσι (2015: 52), αλλά και στο ίδιο επίπεδο με τον παγκόσμιο μέσο όρο (50%) και σε υψηλότερο επίπεδο από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο (45%). Αυτό σημαίνει ότι οι Έλληνες είναι πιο «ανθεκτικοί» απέναντι στην κοινωνική πίεση να τους αποτρέψει, επιθυμούν περισσότερο να ξεκινήσουν μια επιχείρηση από ότι ο μέσος όρος των άλλων Ευρωπαίων, ενώ είναι σίγουροι πως κατέχουν τις απαραίτητες ικανότητες (ετοιμότητα) για να ξεκινήσουν και πως δεν θα παρατούσαν το όνειρό τους, στην περίπτωση που η οικογένεια τους στεκόταν εμπόδιο.

Στην ερώτηση για το πώς η αυτοαπασχόληση θα εξελιχθεί τα επόμενα πέντε χρόνια στην Ελλάδα, το 24% πιστεύει πως είναι πιο πιθανό να είναι αυτοαπασχολούμενοι, το 18% πιστεύει πως η αυτοαπασχόληση θα παραμείνει ως έχει σήμερα, ενώ το 55% πιστεύει πως θα είναι λιγότερο πιθανό απ’ ότι τη σημερινή εποχή.

Η πρώτη έρευνα AGER πραγματοποιήθηκε το 2010 και παρουσιάστηκε ως Amway European Entrepreneurship Report και επεκτάθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο το 2013 περιλαμβάνοντας 24 χώρες. Η έρευνα του 2016 καλύπτει 45 χώρες, με προσωπικές και τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε περισσότερους από 50.000 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 14-99 ετών.

Η έρευνα AGER 2016 διεξήχθη από την AMWAY, σε συνεργασία με την Prof. Dr. Isabell M. Welpe, Καθηγήτρια Στρατηγικής και Οργάνωσης της Σχολής Μάνατζμεντ του Πολυτεχνείου του Μονάχου στην Γερμανία. Η έρευνα διενεργήθηκε από την Gesellschaft fuer Konsumforschung (GfK), με έδρα την Νυρεμβέργη, στο διάστημα Απρίλιος – Ιούνιος 2016.